Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Η ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΦΙΛΑΝΑΓΝΩΣΙΑ


 
Άννα Παππά
δασκάλα-συγγραφέας


Κάποτε μια μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι έπρεπε να κάνει για να γίνει το παιδί της τόσο έξυπνο όσο αυτός.
- Να του διαβάζετε παραμύθια, απάντησε ο Αϊνστάιν.
- Ωραία. Και μετά; ζήτησε να μάθει η μητέρα.
- Παραμύθια και πάλι παραμύθια, επέμεινε ο Αϊνστάιν.
Κάθε μέρα, όλο και περισσότερο πληθαίνουν οι φωνές που μιλούν για την ασφυκτική κατάσταση που δημιουργείται στη ζωή των παιδιών μας, από τις λογής-λογής “σειρήνες” που τα περιβάλλουν.
Δεν είναι εύκολο να κάνεις ένα παιδί να αφήσει το κινητό, τον υπολογιστή ή την τηλεόραση για χάρη του βιβλίου, το οποίο αδυνατεί να ανταγωνιστεί την ψυχαγωγία που παρέχει η τεχνολογία σήμερα. Δεν είναι, όμως, αδύνατο. Υπάρχει ελπίδα. Για να καλλιεργηθεί η φιλαναγνωσία, υπάρχουν χίλιοι δυο τρόποι.
Ας αρχίσουμε να διαβάζουμε, συστηματικά, βιβλία στο μικρό παιδί. Η πράξη μας αυτή μιμείται την αφήγηση παραμυθιού. Ισχυροποιεί τις γέφυρες ανάμεσα σε μας και το παιδί, το αναπτύσσει πνευματικά και συναισθηματικά, εξάπτει τη φαντασία του, το βοηθάει να υιοθετήσει σωστή στάση απέναντι στη ζωή, του γνωρίζει την ίδια τη ζωή από τα πρώτα τρυφερά σχολικά του χρόνια. Το βοηθάει να γνωρίσει τους ανθρώπους και τον εαυτό του. Να πλουτίσει τις εμπειρίες, τις γνώσεις, τις ιδέες του, να αναπτύξει την κρίση του, να καλλιεργηθεί αισθητικά, να μάθει να αγαπάει ό,τι καλό, ωραίο και αληθινό. Το βοηθάει να διαμορφώσει το χαρακτήρα του μέσω της ταύτισης και της μίμησης. Να κοινωνικοποιηθεί. Να γνωρίσει το παρελθόν της φυλής του, το παρελθόν της ανθρωπότητας, να ακούει τη μητρική του γλώσσα σε ποικίλους ρυθμούς. Το βοηθάει να καλλιεργηθεί γλωσσικά, να δεχτεί την ανάγνωση. Το γεμίζει χαρά.
Η οικογένεια, είναι η πρώτη πού θα δημιουργήσει το ευνοϊκό κλίμα για να γνωρίσει και ν’ αγαπήσει το παιδί το καλό βιβλίο. Τα παιδικά βιβλία για τα πολύ μικρά παιδιά είναι γεμάτα με εικόνες. Κι είναι έτσι φτιαγμένα ώστε να δημιουργούν μια ευχάριστη, μια ζεστή σχέση, ανάμεσα στο γονέα και το παιδί. Γρήγορα η εικόνα μπαίνει στο οπτικό πεδίο του παιδιού.  Μέσα στη ζεστή μας αγκαλιά θα μπορέσει να ερμηνεύσει την εικόνα, να διηγηθεί μια ιστορία, ν’ ανακαλύψει μαζί μας τις λεπτομέρειες των εικόνων.  Το μαγικό δώρο της ανάγνωσης γίνεται σιγά σιγά κτήμα του. Εμείς είμαστε ο καταλύτης.
Είμαστε ο αφηγητής. Ο σωστός αφηγητής που χρειάζεται σωστή άρθρωση και προφορά. Που χρειάζεται αφήγηση με τονισμό και χρωματισμό, με απλότητα και αμεσότητα, με  δραματικότητα και ενθουσιασμό. Χρειάζεται να γινόμαστε παραμυθάδες, να φοράμε το καπέλο του παραμυθά, να καθόμαστε στο «θρόνο» του παραμυθά, να δημιουργούμε μια ονειρεμένη ατμόσφαιρα χαλαρωτική για το μικρό παιδί. Σκοπός μας είναι  να διασκεδάσει, να ταυτιστεί με τους ήρωες, να ονειρευτεί. Το παιδί αγαπά να υποδέχεται τα παραμύθια με λαϊκά στιχάκια. «Κόκκινη κλωστή δεμένη στην ανέμη τυλιγμένη…» ή με ένα μαγικό ραβδί, που θα το ακουμπήσει, σαν «παραμυθόσκονη», που θα το ραντίσει. Η ατμόσφαιρα γίνεται ξαφνικά  τόσο εύκολα μαγική…
Καθώς  διαβάζουμε  το βλέπουμε πως μας κοιτάζει αλλά συγχρόνως ταξιδεύει αλλού. Έχει γίνει ένα με τη μαγεία. Το ταξίδι είναι τόσο συναρπαστικό, που το παιδί ακούει στην κυριολεξία με «το στόμα ανοιχτό». Είναι η ώρα τέτοια, που δεν την αφήνουμε να μας ξεφύγει. Δεν κλείνουμε το βιβλίο λέγοντας «και… έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα».Προχωράμε. Προχωράμε στη μυθοπλασία. Δημιουργούμε. Δημιουργούμε δημιουργούς.   
Παίρνοντας το παιδί στα χέρια του εικονογραφημένα βιβλία δείχνει εκεί το καθετί που βλέπει και το λέει με τ’ όνομά του. Σιγά-σιγά συνδέει την εικόνα με τα γράμματα που τη συνοδεύουν, ζητά να του διαβάσουν τα παράξενα αυτά “σημαδάκια” και ταυτόχρονα του γεννιέται η επιθυμία να μπορέσει και αυτό, από μόνο του, να διαβάσει το ίδιο. Και δεν είναι καθόλου παράξενο, πού ακούμε τα παιδιά μας σ’ αυτή την ηλικία, να διηγούνται μιαν ιστορία στον εαυτό τους, βλέποντας απλώς και μόνο τις εικόνες του βιβλίου!
Το παιδί πρέπει να νιώσει ελεύθερο να αναπτύξει τη φαντασία του, να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο. Όταν μετά   έρθει στο Σχολείο, στην πρώτη τάξη, κι αποκτήσει πια την ικανότητα της ανάγνωσης, ο δάσκαλος έχει την ευθύνη να το φέρει σε επαφή με το γραπτό λόγο και να το βοηθήσει ν’ αναπτύξει την αναγνωστική ικανότητα. Το παιδί, σ’ αυτή τη φάση της ζωής του έχει κάνει μια μεγάλη ανακάλυψη! Τώρα μπορεί ν’ αποκρυπτογραφεί τα γράμματα – σύμβολα κι αυτό του δημιουργεί εμπειρίες, που έχουν καθοριστική σημασία!
1549493_10152089167965865_499087921_n (1)

Σε καμιά περίπτωση δε χρειάζεται να εξαναγκάζουμε το παιδί μας να διαβάσει κάτι. Δε θ’ αγαπήσουν τα παιδιά μας το διάβασμα, αν τα πιέζουμε! Το καλύτερο είναι να τα φέρουμε κοντά σε βιβλία που του προκαλούν ενδιαφέρον, που είναι καλογραμμένα και καλοτυπωμένα. Θα το πετύχουμε αυτό αν φροντίσουμε να έχουμε στο σπίτι μας τη “γωνιά του βιβλίου”. Να έχουμε στο παιδικό δωμάτιο, όπου είναι αυτό δυνατό, ένα έπιπλο απλό ή έστω ένα ράφι και εκεί, με τη συνεργασία του, να δημιουργούμε σιγά-σιγά η προσωπική του βιβλιοθήκη, ώστε να μπορεί  να χρησιμοποιεί όποτε θέλει τα βιβλία του, αλλά και κυρίως να τα βλέπει., να μεταμορφώνονται σε κιβωτούς ονειροταξιδιών.
Συνιστάται να παίρνουμε τα παιδιά μας στις Βιβλιοθήκες, στα βιβλιοπωλεία και στις διάφορες εκθέσεις βιβλίου, που κατά καιρούς διοργανώνονται από διάφορους φορείς. Να έχουν την εμπειρία και να βλέπουν τα πλήθη των βιβλίων. Να χορταίνει το μάτι τους να βλέπει βιβλία με πολύχρωμα εξώφυλλα, με ωραίες εικόνες, με καλλιτεχνική εμφάνιση. Να τα πιάνουν, να τα αγγίζουν ελεύθερα, χωρίς “μη” και “όχι”, να τα ξεφυλλίζουν, να τα αγοράζουν μόνα τους, να τα σφίγγουν στην αγκαλιά τους!
Το κυριότερο όμως είναι να τα μάθουμε, όσο μεγαλώνουν, να επιλέγουν τα βιβλία πού θα διαβάσουν. Ας μη γίνεται η επιλογή τους με μόνο κριτήριο το πολύχρωμο εξώφυλλο, το μεγάλο σχήμα ή ακόμη και τ’ όνομα του συγγραφέα… Ας μάθουμε τα παιδιά μας να διαβάζουν την περίληψη του περιεχομένου, που συνήθως υπάρχει στο οπισθόφυλλο, να το ξεφυλλίζουν, να βρίσκουν και να διαβάζουν τις κριτικές βιβλίων που δημοσιεύονται, τις ελάχιστες δυστυχώς, στα λιγοστά περιοδικά για τα παιδικά βιβλία.
Είναι πολύ σημαντικό να διαμορφώσουμε ένα κλίμα ευνοϊκό για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας μέσα στην οικογένεια. Είναι σημαντικό να γίνουμε και εμείς θερμότεροι αναγνώστες. Καλές είναι οι οθόνες και τα διάφορα πληκτρολόγια που κατακλύζουν κάθε παιδί. Στις οθόνες αυτές όμως το παιδί βλέπει ό,τι δημιούργησε η φαντασία ενός άλλου, άγνωστου, που ζει πολύ μακριά. Βλέπει αυτό που αποφάσισε κάποιος άλλος. Στο βιβλίο, με τα μάτια της ψυχής του, θα δει αυτό που δημιούργησε η δική του φαντασία. Αυτή είναι διαφορά, αυτή είναι η μαγική συνταγή που δημιουργεί δημιουργούς 
 Πολλές στιγμές της σχολικής χρονιάς, ο δάσκαλος  μετατρέπεται σε έναν πραγματικό παραμυθά, φορώντας το περίεργό του καπέλο. Tο καπέλο του παραμυθά και η γωνιά της βιβλιοθήκης, μετατρέπεται σε ταξιδιάρικο τρενάκι, με οδηγό τον παραμυθά και ένα καλό βιβλίο!
Η φράση «μια φορά και ένα καιρό…», ασκεί μαγική δύναμη και έχει μεγάλη σημασία για το παιδί. Το παιδί από τη στιγμή εκείνη μεταφέρεται με τα φτερά της φαντασίας του σ’ ένα θαυμαστό κόσμο, κόσμο γεμάτο αισιοδοξία, χαρά, αγάπη, ειρήνη.
Το παραμύθι συμβάλλει  στην πολιτισμογνωσία, γιατί καθώς αναφέρεται στην ιστορία, τα ήθη και έθιμα εισάγει στο πνεύμα και στη ψυχή, τη γνώση διάφορων πολιτισμών και αποκτούν  τα παιδιά λαογραφικές γνώσεις.
Το παραμύθι είναι ένα μέσο για τη γλωσσική ανάπτυξη του παιδιού. Το παιδί ευχαριστιέται να ακούει παραμύθια ή ακόμη  και να τα διηγείται το ίδιο. Όταν διηγείται το δικό του παραμύθι ή ακόμη και το παραμύθι της ομάδας του, πετυχαίνει να χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία του λεκτικού μας πλούτου και των εκφραστικών δυνατοτήτων που προσφέρει η γλώσσα μας.    Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του δίνονται ευκαιρίες να εμπλουτίσει το λεξιλόγιό του, να γίνεται ασυνείδητα κάτοχος του γλωσσικού μηχανισμού και συνηθίζει  στην ακριβή και σαφή διατύπωση διανοημάτων και συναισθημάτων.
Η γνώση της γλώσσας, δεν αποτελεί  απλά μόνο ένα εργαλείο επικοινωνίας, αλλά είναι καθοριστικό συστατικό της προσωπικότητας του ανθρώπου και της φυσιογνωμίας ενός λαού. Η γλώσσα, δεν είναι ένα άψυχο πράγμα, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός. Μέσα από τη γνώση της γλώσσας, στο παιδί, απεικονίζονται στοιχεία από την ιστορία, τη σκέψη, την καλλιέργεια του πολιτισμού μας.
Στα παραμύθια όλα έχουν ψυχή, αισθήσεις και βούληση. Έτσι, δεν τέρπουν μονάχα την παιδική ψυχή, αλλά ανταποκρίνονται στην παιδική ανάγκη και επιθυμία του παιδιού να ξεφύγει από την πεζότητα της ψυχρής πραγματικότητας.
Ο δάσκαλος, θα πρέπει να κατέχει καλά το περιεχόμενο του παραμυθιού, ώστε να μπορεί να το διηγηθεί χωρίς διακοπές, επαναλήψεις, δισταγμό, με αποτέλεσμα να χαλαρώσει η προσοχή των μαθητών του. Η διήγηση θα πρέπει να είναι παραστατική, ζωντανή, ρέουσα, δραματική, να συνοδεύεται με μιμητικές κινήσεις και να χρησιμοποιεί ευθύ, αντί πλάγιου λόγου. Όπως επίσης,  θα πρέπει να αποφεύγει τις περιττές λεπτομέρειες, τις ηθικές κρίσεις επί των γεγονότων και τους χαρακτηρισμούς δρώντων προσώπων. Θα πρέπει να έχει νιώσει ο ίδιος πρώτα την ομορφιά του κειμένου, για να τη μεταδώσει στα παιδιά.
Στο τέλος, τα παιδιά οδηγούνται αυθόρμητα στη δραματοποίηση, στην εικονογράφηση της ιστορίας, στο γράψιμο ενός παράλληλου παραμυθιού ή απλώς συνεχίζουν την ιστορία και της δίνουν το δικό τους τέλος. Η πιστή δραματοποίηση μιας γνωστής ιστορίας, εμπεριέχει το πρόβλημα ότι τα παιδιά γνωρίζουν το τέλος εκ των προτέρων. Πολλές φορές, χρησιμοποιώντας, μια ιστορία σαν εκκίνηση, καλούνται τα παιδιά να σκεφθούν πώς θα την εξερευνήσουν, πώς θα την ξεκινήσουν, πώς θα διατηρήσουν ζωντανή κάποια δραματική ένταση. Άλλες φορές πάλι ο δάσκαλος πριν διαβάσει την ιστορία, μπορεί να διαμορφώσει μια κατάσταση παρόμοια με εκείνη του παραμυθιού, να το δραματοποιήσουν ουσιαστικά χωρίς να το έχουν ακούσει και στο τέλος να διαβαστεί και τα παιδιά να εντυπωσιαστούν, γιατί θα έχουν την εντύπωση ότι είναι μέρος της ιστορίας, που τώρα πια γίνεται κτήμα τους. Με τους παραπάνω τρόπους, ο δάσκαλος πετυχαίνει  να εισάγει στη διαδικασία της μάθησης το παιδί, με προσωπικό ενθουσιασμό και θέληση, να μάθει πιο εύκολα, να κατανοεί καλύτερα, να θέλει να μάθει να διαβάζει.
Η Virginia Havilant είπε: « Θα υπήρχε πλήρης στασιμότητα σ’ όλες τις επιστήμες και στη τέχνη, δίχως την αχαλίνωτη φαντασία δημιουργικών ανθρώπων που, όπως φαίνεται, επηρεάστηκαν διαβάζοντας παραμύθια στην παιδική τους ηλικία».


Παππά Άννα
Δασκάλα – Συγγραφέας


 Εκτός από το φαγητό, τον ύπνο και το παιχνίδι, τα βιβλία μεγαλώνουν τα παιδιά!!
Ιστορίες που δεν είναι παιδιάστικες, δεν προσφέρουν έτοιμα σχήματα σκέψης,  αλλά αντίθετα δίνουν τα κλειδιά για ν’ ανοίξουν οι πόρτες της φαντασίας των παιδιών, γίνονται μια μοναδική εμπειρία που συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη και ωρίμανση της σκέψης και των συναισθημάτων τους.
Στο σχολείο και στο σπίτι πολύ συχνά κυριαρχούν απόψεις που μπορούν να οδηγήσουν τα παιδιά μακριά από τα βιβλία, που σημαίνει μακριά από έναν κόσμο εσωτερικών εξερευνήσεων: «Τώρα ξέρεις να διαβάζεις μόνος σου!», στην αρχή του Δημοτικού ή «Διάβασε και κανένα βιβλίο» στο Γυμνάσιο ή «Μη διαβάζεις, έχεις να μελετήσεις τα μαθήματά σου». Αυτές οι μικρές προτάσεις που τις λέμε χωρίς να τις σκεφτούμε οδηγούν στην επόμενη που πολλοί γονείς αλλά και εκπαιδευτικοί υποστηρίζουν: «Τα παιδιά δε διαβάζουν».
Χωρίς να υποστηρίζουμε πως καλύπτουμε σε όλη την έκτασή του το θέμα, δίνουμε μια αφετηρία για σκέψη.
Το βιβλίο στο Νηπιαγωγείο: Το βιβλίο πριν την ανάγνωση
Στο νηπιαγωγείο µαζί µε τις δραστηριότητες που στόχο έχουν την ολοκληρωµένη κατανόηση και αφοµοίωση του µηχανισµού της προφορικής οµιλίας, αρχίζει ταυτόχρονα και η εισαγωγή στη γραπτή γλώσσα µέσα από τις αναγνώσεις βιβλίων.
Το βιβλίο είναι ένα πλούσιο αντικείµενο: κουβαλάει ιστορίες, παραµένει αµετάβλητο, µε τους τυπογραφικούς χαρακτήρες του που τρέχουν στις σελίδες του, και µε τα χαρακτηριστικά του (το εξώφυλλο, την εικονογράφηση) που σου επιτρέπουν να το βρίσκεις και να το ξαναβρίσκεις. Τι ανακούφιση µέσα σ’ έναν κόσµο σε συνεχή αλλαγή που τρέχει πολύ γρήγορα.Στο νηπιαγωγείο το παιδί κάνει την πρώτη γνωριµία του µε την κοινότητα των αναγνωστών µέσα από τα βιβλία.
Τα βιβλία σαν αντικείµενα απαιτούν την κατάκτηση κάποιων δεξιοτήτων όπως το γύρισµα των σελίδων ή την ικανότητα να συνδυάζεις τις εικόνες τους µε το κείµενο που ακούς. Οι ιστορίες τους προσφέρουν τη δυνατότητα στα μικρά παιδιά να επικοινωνήσουν με τις λέξεις, να μπουν στη θέση των ηρώων και να προσέξουν κάθε μικρή λεπτομέρεια στην εικονογράφησή τους. Σ’ αυτή την ηλικία τα παιδιά αναπτύσσουν τις προτιμήσεις τους και ξεχωρίζουν αγαπημένους ήρωες και εικονογραφήσεις. Οι αναγνώσεις ιστοριών δίνουν τη δυνατότητα στα παιδιά να εµπλουτίζουν το λεξιλόγιο που διαθέτουν κι έτσι να εκφράζουν ακριβέστερα τα συναισθήµατα, τις διαθέσεις, τις ανάγκες, τις επιθυµίες τους, τις ανακαλύψεις τους και τις εµπειρίες τους.Οι ιστορίες δημιουργούν τέλος, ένα εξαιρετικό συναισθηματικό και πνευματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ένα παιδί μπορεί να εντάξει τις δικές του εμπειρίες –τη μετάβαση από το χώρο του σπιτιού στο χώρο του σχολείου, τους καινούριους φίλους, τις καινούριες καθημερινές συνήθειες- μ’ έναν πιο ομαλό τρόπο.
Τα εικονογραφημένα βιβλία που απευθύνονται στα παιδιά προσχολικής ηλικίας πρακτικά απευθύνονται σ’ ένα πολύ ευρύτερο ηλικιακά ακροατήριο: πρώτα στα ίδια τα μικρά παιδιά, μετά στους γονείς τους ή σε κάποιον άλλον ενήλικο που τους τα διαβάζει και τέλος στα παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας, που το επίπεδο της αναγνωστικής τους ικανότητας τα στέλνει πάλι πίσω στα παλιά τους εικονογραφημένα βιβλία που με το σύντομο κείμενό τους και την εικονογράφησή τους προσφέρονται για τις πρώτες απόπειρες ανάγνωσης.
Έτσι, τα παιδιά του νηπιαγωγείου μπορούν να κάνουν μαζί με τους ενήλικες που τους τα διαβάζουν τα πρώτα τους βήματα σε αναγνώσεις μεγαλύτερων βιβλίων που χωρίζονται σε κεφάλαια και δεν εξαντλούνται με την πρώτη, ενώ τα παιδιά των πρώτων τάξεων του Δημοτικού πρέπει να τα αφήνουμε, αν θέλουν, να επιστρέφουν στα εικονογραφημένα βιβλία για να αποκρυπτογραφήσουν μόνα τους το κείμενό τους.
Το βιβλίο στο Δηµοτικό: η κατάκτηση της αυτονοµίας
Ο πρωταρχικός στόχος της βασικής εκπαίδευσης είναι η εκµάθηση της ανάγνωσης σε όλους τους µαθητές. Από την πρώτη µέρα το σχολείο πρέπει να οργανώνει τη συνάντηση των παιδιών µε τα βιβλία. Στόχος είναι να ενσωµατωθεί η ανάγνωση µέσα σ’ όλους τους τοµείς της γνώσης, αλλά και να γίνει µια εµπειρία κατάκτησης, ατοµικής απόλαυσης.
Το βιβλίο στο δηµοτικό σχολείο προσφέρεται σαν ένας φίλος που µας βοηθάει να συλλάβουµε και να κατανοήσουµε τον κόσµο, να καταλάβουµε τον εαυτό µας κι έτσι να µεγαλώσουµε. Από τη χαρά να βρίσκουν ένα βιβλίο που τα ενθουσιάζει το εξώφυλλό του ή το σχήµα του και να το δίνουν σ’ ένα µεγάλο να τους το διαβάσει, τα παιδιά περνούν σιγά σιγά στην ανακάλυψη της µοναχικής, σιωπηλής ανάγνωσης.
Οι γονείς και οι δάσκαλοι πρέπει να µοιράζονται µαζί τους τον ενθουσιασµό τους γι’ αυτό το µεγάλο βήµα που κάνουν σ’ ένα µαγευτικό, ανεξερεύνητο για το καθένα τους κόσµο.
Είναι η στιγμή που οι ενήλικες συχνά κάνουν το λάθος να δίνουν στην ανάγνωση ένα σοβαρό χαρακτήρα, στερώντας από τα παιδιά την απόλαυση της προσχολικής ηλικίας. Είναι το πρώτο βήμα για να μισήσουν τα παιδιά το διάβασμα μεγαλώνοντας.
Στις πρώτες τάξεις είναι σημαντικό να συνεχίζουμε να διαβάζουμε ιστορίες στα παιδιά, μεγαλύτερα βιβλία με πυκνότερα νοήματα που είναι ικανά να παρακολουθήσουν αλλά όχι ακόμα να διαβάσουν μόνα τους. Κάθε παιδί έχει τους δικούς του ρυθμούς για να αρχίσει να διαβάζει μόνο του κι είναι απαραίτητο να μην το φορτώνουμε με το δικό μας άγχος του «πρέπει να μάθεις να διαβάζεις μόνος σου».
Η διδασκαλία της ανάγνωσης συχνά μας κάνει να ξεχνάμε τους ευτυχισμένους αναγνώστες, τα βιβλία με τις συναρπαστικές ιστορίες και εικόνες. Τώρα που ο κόσμος των βιβλίων πραγματικά ανοίγεται μπροστά τους κι είναι έτοιμα να τον εξερευνήσουν μόνα τους, οι ενήλικες και το σχολείο συχνά δεν τα υποστηρίζουν στο πρώτο τους βήμα. Σ’ αυτό το πρώτο βήμα πρέπει να τους προσφέρουμε τόσο την υπομονή και υποστήριξή μας όσο και κείμενα συναρπαστικά που θα τα πείσουν πως αξίζει να επενδύσουν συναισθηματικά στην ανάγνωση. Σιγά σιγά και καθώς η αναγνωστική ικανότητα των παιδιών γίνεται μεγαλύτερη αρχίζουν αυτά να διαβάζουν στους γονείς τους κι έτσι μπορεί να αναπτυχθεί μεταξύ παιδιών και ενηλίκων ένας τρόπος θαυμαστής επικοινωνίας γιατί η ανάγνωση είναι πάντα σχέση και επικοινωνία: Σχέση µε τον ενήλικο που µας διαβάζει, σχέση µε τους ήρωες της ιστορίας. Και πάντα µέσα από την ιστορία ενός άλλου βρίσκεται η ανακάλυψη της δικής µας ταυτότητας.
Στο Δημοτικό πρέπει να ανοίγεται ο δρόμος στα παιδιά όχι μόνο να μαθαίνουν «να διαβάζουν» αλλά κυρίως ότι η ανάγνωση είναι ένας τρόπος να ανακαλύψουν το νόημα των πραγμάτων και να τα βοηθήσει να ωριμάσουν.
Το βιβλίο στο Γυμνάσιο: Ο κόσμος των βιβλίων ανοιχτός μπροστά τους
Φτάνοντας στο Γυμνάσιο κάθε παιδί, άλλο περισσότερο άλλο λιγότερο, είναι εξοικειωμένο με την ανάγνωση αλλά και ικανό να διαβάζει τα πάντα. Είναι η στιγμή να μοιραστούν οι ενήλικες με τα παιδιά, τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο κοινά αναγνώσματα, να συζητήσουν γι’ αυτά πιο ανοιχτά και ελεύθερα, απαλλαγμένοι ίσως από τις φοβίες τους σχετικά με το τι πρέπει να λέμε και μέχρι ποιο βαθμό στα παιδιά.
Είναι η ηλικία που τα παιδιά που γίνονται έφηβοι έχουν ανάγκη τη συναισθηματική κάλυψη και τη διέξοδο που μπορεί να τους προσφέρει η λογοτεχνία και η ποίηση. Γράφουν οι ίδιοι, έχουν ανάγκη τις ιδέες, τις λέξεις που φτάνουν κατευθείαν στην καρδιά.
Πολλοί ανακαλύπτουν ξανά τα βιβλία ως αντικείμενα και αποκωδικοποιούν τις τυπογραφικές λεπτομέρειες τους, τα εξώφυλλα τους, και μέσα από τα κόμικς κυρίως την εικονογράφησή τους. Μαθαίνουν επίσης να χρησιμοποιούν τα βιβλία ως εργαλεία γνώσεων.
Μέσα από όλα αυτά οι έφηβοι μεταμορφώνονται σε επαρκείς αναγνώστες με σύνθετη σκέψη που είναι εξοικειωμένοι με τα βιβλία, διαβάζουν κριτικά κάθε κείμενο, ικανοί να βυθιστούν σε κάθε λογοτεχνικό είδος και να το απολαύσουν, να το αποκωδικοποιήσουν.
Παιδιά που έχουν εξοικειωθεί με τα βιβλία στις μικρότερες ηλικίες δεν σταματούν στο Γυμνάσιο να διαβάζουν. Πάντα ξέρουν να επιστρέφουν στη μυστική τους επικοινωνία με το συγγραφέα και τους χαρακτήρες. Πρέπει να σεβόμαστε τους ρυθμούς τους, την αγρανάπαυση που κάνουν χωρίς κανένα βιβλίο, αλλά και την ανάγκη τους για λίγη ώρα με τον εαυτό τους χωρίς μαθήματα, χωρίς άγχος, σε ένα ήσυχο μέρος διαβάζοντας. Και χωρίς επικριτικά σχόλια για τις αναγνωστικές επιλογές τους. Άλλωστε τώρα, αν δεν έχει ξεκινήσει ήδη από μικρότερες ηλικίες, πρέπει να ενθαρρύνονται να επιλέγουν τα βιβλία τους μόνοι τους.
Βιβλιογραφία
Ντανιέλ Πενάκ, Σαν ένα μυθιστόρημα, Καστανιώτης
Αγγελική Γιαννικοπούλου, Το σύγχρονο εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο, Παπαδόπουλος
Μπρούνο Μπετελχάιμ-Κάρεν Ζέλαν, Μαθαίνοντας ανάγνωση, Καστανιώτης
The ultimate first book guide, A&C Black, London
Joelle Turin, Ces livres qui font grandir les enfants, Didier Jeunesse
πηγή- αναδημοσίευση: bokbook.gr
 Εδώ και μια διετία στα πλαίσια του προγράμματος φιλαναγνωσίας, άρχισαν οι συζητήσεις, οι πολυπραγμοσύνες και πολλές φορές οι υστερίες. Βιβλία, βιβλία. Τι βιβλία όμως; Το σημερινό παιδί αρνείται πεισματικά στην κουραστική τυπική μάθηση. Άρνηση που καταπνίγεται από την ανάγκη. Αυτή την ανάγκη που την «εφαρμόζουν» το σχολείο και το σπίτι. Πώς θα οδηγηθεί λοιπόν, το σημερινό παιδί μέσα στον κύκλο εργασίας, όταν το ίδιο έχει άρρητους δεσμούς με το κλίμα της απόλυτης ελευθερίας και επιλογής.
Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ο ρόλος του σπιτιού στην καλλιέργεια του παιδιού, πέρα από το σχολείο. Ακούν και ακούν οι γονείς περί βιβλίων και θεωρούν τον εαυτό τους υποχρεωμένο να αγοράσουν ένα βιβλίο, όποιο να ’ναι και να το «πετάξουν» στο χώρο που γράφει και διαβάζει το παιδί τους. «Να, πάρε να ξεστραβωθείς, να μάθεις και κάτι παραπάνω, που ασχολείσαι μόνο με τον υπολογιστή, την παιχνιδομηχανή και το χαζοκούτι». Κι έρχεται η απάντηση του παιδιού αυτόματα: «έχω να διαβάσω τα μαθήματά μου και ύστερα ναι, για μισή ώρα θα κάνω αυτό που θέλω. Δε θέλω να διαβάσω άλλο». Αυτό το κλίμα δημιουργήσαμε στο παιδί. Και είναι δύσκολο να του επιβάλλουμε τις ανησυχίες μας και τις τύψεις μας. Του στερήσαμε τη μεγαλύτερη πηγή ζωής. Το παιχνίδι. Του φάγαμε κάθε αυλή, κάθε γειτονιά. Το τυποποιήσαμε. Δημιουργήσαμε το παιδί μηχανή, το παιδί-εκπληρωτή των φιλοδοξιών μας. Το κυνηγάμε με ένα λάβαρο που λέγεται «βαθμός». Γνωστή η εικόνα, δεν προλαβαίνει να βγει από την πόρτα του σχολείου και η τσάντα ανοίγει για να δει η μαμά, γεμάτη αγωνία, αν πήρε μπράβο, σφραγιδούλα. Και αν δεν πήρε , αλλοίμονο του!! Τι μελαγχολία!! Το κρυφοκοίταγμα στην τηλεόραση, στον υπολογιστή που θα ανοίξει από τον μπαμπά και τη μαμά. Ζητούν να διαβάσει το παιδί τους βιβλία σχολικά και εξωσχολικά. Έχουν αναρωτηθεί αν οι ίδιοι τον τελευταίο καιρό αναζήτησαν τη συντροφιά του βιβλίου; Πόσες ώρες κάθισαν μπροστά στον υπολογιστή και την τηλεόραση. Κάθε δωμάτιο, ακόμα και η κουζίνα της μαμάς έχει τηλεόραση.
Δεν επιβάλλεται, όμως, το βιβλίο. Το βιβλίο θα πρέπει να λειτουργεί ως ανάγκη, ως καταπραϋντικό, μέσα στον ταραγμένο κόσμο του παιδιού.
Ποτέ δεν πρέπει να πούμε «σου έφερα ένα καλό βιβλίο, πάρε τηλέφωνο να μου πεις την άποψή σου». Πρέπει να διαβάσουμε και εμείς, πρέπει πρώτοι να ενημερωνόμαστε για τις νέες εκδόσεις. Πρέπει τα σπίτια μας και τα σχολεία να αποχτήσουν όχι διακοσμητικές βιβλιοθήκες με ωραία και χρωματιστά εξώφυλλα, αλλά χώρους ανάγνωσης και περισυλλογής.
Ως δασκάλα, τρέμω στην ιδέα μήπως η προσπάθειά μας, παράλληλα με αυτή της οικογένειας, να αγαπήσει το παιδί το βιβλίο, μετατραπεί σε άλλη μία υποχρεωτική ώρα μαθήματος. Την κάθε στιγμή μέσα στην τάξη μας κάνουμε φιλαναγνωσία. Η μελέτη ενός κειμένου, η παραγωγή γραπτού λόγου, η κατασκευή κούκλας και οι ιστορίες κουκλοθέατρου, το τραγουδάκι που βγήκε μέσα από ένα παραμύθι, η ζωγραφιά, η δραματοποίηση, είναι μερικές μόνο στιγμές που μπορώ να σκεφθώ. Μια επίσκεψη στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της πόλης μας, μια συνάντηση με έναν συγγραφέα, μια ολόκληρη μέρα στην Παιδική Δημοτική Βιβλιοθήκη, είναι μερικές ακόμη στιγμές που μπορώ να σκεφθώ.
Ο Η/Υ μέσα στην τάξη μπορεί να μας ταξιδέψει με το άκουσμα και το ξεφύλλισμα ηλεκτρονικών βιβλίων. Η ιστοσελίδα της τάξης, μπορεί να γίνει χώρος ανταλλαγής απόψεων, κριτικών, παρουσιάσεων.
Ο δάσκαλος ας γίνει σύντροφος στο διάβασμα. Ας τους μιλήσει και για τα βιβλία που έχει διαβάσει, να τους πει το λόγο που τα επέλεξε, να τους μεταδώσει αυτό που αισθάνεται.
Το παιδί πρέπει να είναι ο ίδιος επιλογέας, αυτής της ιερής στιγμής.


























.                                                   


















Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου